Μην περιμένεις να χιονίσει για να δεις μιαν άσπρη μέρα!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

KOURO SIWO



Τι κακός ύπνος και τι μαλάρια!
Αυτή η "λαμαρίνα" κάθισε για τα καλά, αυτή τη βδομάδα! Κοιμάμαι, ξυπνάω, το μυαλό μου την λαμαρίνα τραγουδάει. Στιγμές στιγμές μου ξεφεύγει και δυνατά.

Εντάξει! KOURO SIWO είναι ο τίτλος, μα εμένα η λαμαρίνα μου κάθισε στο στομάχι!

και τα λόγια, μη τα χάσω:

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ιντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.


Περ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σού 'πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μεσ' στο μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;"

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.

Απόψε ψόφησαν οι δυό μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος πού 'χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα!.. η λαμαρίνα όλα τα σβήνει!
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μιά ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ' το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

Γράμμα σε ένα ποιητή



Γράμμα σε ένα ποιητή

Δεν νομίζω να πειράζει που εγώ το στέλνω σε όλους σας!

Ναι, ο Καββαδίας "έπεσε" στην κατάλληλη στιγμή! Ήρθε κι "έδεσε" με πολλές "φωτογραφίες"!

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Καραντί



Καραντί...
Ψάχνοντας το ιστιοπλόο που είχε φύγει "στ' ανοιχτά".

Ταίζοντας πουλιά, ως συνήθως...

Γλυτώνωντας άλλη μια φορά με το μηχανάκι...
"Είχα Άγιο!", είπαν.
"Να φοράς γυαλιά", είπε ο κουμπάρος. "Ο ήλιος είναι επικίνδυνος".
Γυαλιά ήλίου, Φλεβάρη μήνα!Λες και φόρεσα ποτέ! Ούτε τα καλοκαίρια! Πάντα κατάματα τον κοίταζα, όπως και σήμερα.
Μα κι αυτός, γυάλισε την άσφαλτο! Λες κι οδηγούσα πάνω σε καθρέφτη...

Φωτογράφησα τον ήλιο και μετά κάθισα μέσα, να μην τον βλέπω. Να μη με ζαλίζει.
Κι αν σήμερα βγήκε, δεν ξέρω κι αν αύριο θα βγει.
Δεν ξέρω.

"Είσαι η γυναίκα που ταίζεις τα πουλιά;" με ρώτησε.
"Ναι... Είναι κακό;"

Ήρθε κι ο κύριος Μπ. Ήθελε την εφημερίδα του. Μου συστήθηκε αυτοπροσώπως. Είχαμε μιλήσει απ' το τηλέφωνο, με αφορμή την μάννα και τα υπόλοιπα...
"Συγχαρητήρια που γράφετε... Με συγκινήσατε πολύ!" είπε.
Είπε κι άλλα.
Δεν απαντούσα.Ήθελα να κλάψω. Υπήρχαν και οι αιτίες... Κούνησα μόνο το κεφάλι.
"Καλύτερα να μην ζω αυτά που με αναγκάζουν να γράφω, ώστε να τα διαβάζεις μετά από χρόνια εσύ...", ήθελα να του πω, αλλά... ντεν!
Τι μου έφταιγε; Καλές κουβέντες μου έλεγε ο άνθρωπος!Αυτό δεν είναι το χειροκρότημα;
Ενώ εξυπηρετούσα τους πελάτες, το χέρι έψαχνε δίπλα, στο μπλοκάκι. Έφυγα βιαστική. Το ημερολόγιο ξέμεινε στο σπίτι. Αγόρασα ένα μπλοκάκι, ανάγκης. Ήθελα να γράψω. Σαν τα βερεσέδια... Σαν τους ανοιχτούς λογαριασμούς...


"Οι μπόρες θα 'ρχονται
Αρκεί να φεύγουν
Γι' αυτό είμαστε στη γη
Για να τις ρουφάμε
Γι' αυτό υπάρχει κι ένας Ήλιος
για να μας στεγνώνει" (μπλοκάκι)

Σμίξη στιγμών και σκέψεων μιας πολύ δύσκολης εβδομάδας που πέρασε...

ΤΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ



ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Νίκος Καββαδίας




πηγή

Βιογραφία

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Σ’ αυτή τη μικρή Ρωσική πόλη, γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια (Ευγενία) κι ο Μήκιας (Δημήτρης). Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.

Το 1914, με την έκρηξη του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.

Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με το Γιάννη Τσαρούχη. Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με το συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά. Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει το πρώτο του ναυτικό φυλλάδιο ως "ναυτόπαις" και μπαρκάρει τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος".

Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.

Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο ποιητής μπαρκάρει και πάλι αφού έχει εξασφαλίσει την άδεια της ασφάλειας, που τον θεωρεί "κομμουνιστή άνευ δράσεως" και του χορηγεί ειδικά διαβατήρια περιορισμένης χρονικής ισχύος. Έπειτα, από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.

Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Εργογραφία

[Επεξεργασία] Ποίηση

  • Μαραμπού (1933)
  • Πούσι (1947)
  • Τραβέρσο (1975)
  • Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη: Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα, επιμέλεια Guy (Michel) Saunier. Αθήνα: Άγρα, 2005

[Επεξεργασία] Πεζογραφία

  • Βάρδια (1954)
  • Λι (1987)
  • Του πολέμου/Στ' άλογό μου (1987)

Το μικρό πεζό "Λι" γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία το 1995 με τίτλο "Between the devil and the deep blue sea".

kuro siwo (Πούσι)

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

Σταυρός του Νότου (Πούσι)

Εβραζε το κύμα του γαρμπή.
Είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
σ΄ άλλους παρλλήλους θα 'χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις δεν λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς κάθε πικρό.

Το Αλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλιονώριο πήρα κάτου.
Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου :
"Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά".

Αλλοτε απ΄τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δυο σεlλίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.

ΠΟΥΣΙ

Επεσε το πούσι αποβραδίς
-- το καραβοφάναρο χαμένο --
κ' έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μές στην τιμονιέρα να με δείς.

Κάτασπρα φοράς κ' έχεις βραχεί,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυό του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία· θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κ' είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ηρθες να με δεις κι όμως δε μ' είδες
έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ' απ' τις Εβρίδες.





MAL DU DEPART


Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πιά ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά :
"Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει . . . "

Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Βραδιά Νίκου Καββαδία στον Βόλο


ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Συνέχεια από εδώ
Μεγαλόγραφο, αντί Υστερογράφου:
Κι επειδή νιώθω πως αδίκησα πολύ αυτή την αξέχαστη βραδιά, (λόγω προσωπικών προβλημάτων και λόγω του τεχνικού λάθους μου με τα βιντεάκια μου, που έχασα απ' τα ενθύμιά μου την δυνατή ερμηνεία του Βασίλη Αγροκώστα - νέος ταλαντούχος και ανερχόμενος Καλλιτέχνης), ανεβάζω όλα τα τραγούδια που τραγούδησε, με τις αναγνωρισμένες και αξιωμένες φωνές που όλοι μας γνωρίζουμε, έτσι... για να έρθει η ζυγαριά στα ζύγια της... για να φέρω "κάτι" απ' το άρωμα της ατμόσφαιρας...

Τα τραγούδια ήταν: το Κούρο Σίβο, το Μαχαίρι , το Καραντί , η Φάτα Μοργκάνα , ο Λύχνος του Αλαδδίνου, το Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, η Θεσσαλονίκη, ο Σταυρός του Νότου, η Γυναίκα και τέλος ο Ιδανικός κι ανάξιος εραστής.

Εγώ εκείνα που θα θυμάμαι έντονα είναι:

Τον Βασίλη να απογειώνεται ερμηνευτικά!
(Κάποιες στιγμές νόμιζα πως θα πετάξει!)
Τον κόσμο να χειροκροτά και να φωνάζει: "Μπράβο Βασίληηηηη!!!"

Τον κόσμο να χειροκροτά ασταμάτητα και να επιβραβεύει όλους τους συντελεστές!
( Όλους! Ομάδα ήταν! Όλοι μαζί έφεραν αυτό το καταπληκτικό αποτέλεσμα!)

Εμένα, να κοιτάζω τα χέρια της Κασσιανής επίμονα, φοβούμενη πως θα σπάσει το πιάνο!
(Κι όλο έψαχνα να δω το πρόσωπό της, τις εκφράσεις της... το πάθος της!...)

Τα εκφραστικότατα χέρια του κυρίου Παυλάτου που κάποιες στιγμές του ξέφευγε το πάθος του γι' αυτόν τον μεγάλο ποιητή, τον Νίκο Καββαδία και ξέχναγε πως διάβαζε και δεν έπαιζε θέατρο σε σκηνή!
Φυσικά την φωνή του! Τα λόγια του!

Την φωνή του κυρίου Δακτυλά, που αν και καθιστός σε ταξίδευε σε θάλασσες και σε στεριές!

Την οπτασία της βραδιάς την "ΓΥΝΑΙΚΑ", Σοφία Ηλιάδη!
Την φωνή της!

Τους προβολείς!

Την γεμάτη αίθουσα!

Την σιγή του κοινού, μαζί με την καλή ηχορύπανση των χειροκροτημάτων!

Εμένα...
να κρατάω σταθερά την μηχανούλα μου, ψάχνοντας πρόσωπα, χέρια, φώτα και φωνές, κοιτάζοντας, αν το λαμπάκι ήταν πράσινο για να γράφει (ενώ έπρεπε να είναι κόκκινο! σήμερα το έμαθα αυτό), την κρυφή χαρά μου που νόμιζα πως είχα στα χέρια μου τις καλύτερες αποδείξεις!
...Τις μαύρες σκέψεις μου, που αν και ήμουνα εκεί, εκείνες έτρεχαν και στην πράξη...

Και τι δεν θα θυμάμαι;

Που ήθελα να χειροκροτήσω και δεν μπορούσα;
Που ήθελα να σιγοτραγουδήσω και δεν μπορούσα;
Που ήθελα να κλάψω και δεν μπορούσα;
(Προτεραιότητα, να παγώσω την στιγμή! Τις στιγμές! Να μην κουνήσω την μηχανή! Κακό ελάττωμα αυτό. Πρέπει να το κόψω. Μου στερεί "κάτι" απ' την ψυχική απόλαυση. Τώρα ξέρω πως δεν θα γινόμουνα ποτέ επαγγελματίας φωτογράφος.)

Όλα θα τα θυμάμαι!

Κι αν δεν... (γιατί είναι εύκολο το Αλτσχάιμερ), θα τα ξαναθυμηθώ, μόλις διαβάσω "τούτα" δω!
Γι' αυτό τα "κρατάω"!
Πρώτα είναι για μένα και μετά για σας. (Συγχωρείστε με για την ειλικρίνειά μου!)



















Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καββαδία














Μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη βραδιά είχε την τύχη να απολαύσει απόψε το κοινό του Βόλου, στην Παλιά Ηλεκτρική. Η βραδιά ήταν αφιερωμένη στην ποίηση του μεγάλου μας ποιητή Νίκου Καββαδία.

Το κοινό "τσάκισε" τα χέρια του να χειροκροτεί τους εξαιρετικούς συντελεστές αυτής της βραδιάς και ταξίδεψε μαζί τους σε θάλασσες και σε στεριές...

Τραγούδησε "δυνατά" και με την ψυχή του, όπως εκείνος ξέρει, ο Βασίλης Αγροκώστας!

Τα δάχτυλα που "χόρεψαν" στο πιάνο ήταν της Κασσιανής Αμυγδαλίτση!

Αφηγήθηκαν την ιστορία του ποιητή και απήγγειλαν ποιήματα με θεατρικότατο τρόπο ο Σπύρος Παυλάτος και ο Δημήτρης Δακτυλάς.

Τυχεροί όσοι βρέθηκαν σ' αυτό το μουσικοποιητικό ταξίδι! (Μαζί τους κι εγώ, κι ας βρέθηκα εκεί στο και τέταρτο, κι ας με πρόδωσε για άλλη μια φορά και η νέα μηχανή μου... Δεν πειράζει! Αρκεί που ήμουνα κι εγώ εκεί και είδα, άκουσα, έμαθα, έννιωσα! Μου φτάνει!)

ΘΕΡΜΑ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ σε όλους τους συντελεστές της αξέχαστης αυτής βραδιάς και στην Σοφία Ηλιάδη που συμμετείχε στην ποίηση!Ήταν φανταστική, σαν οπτασία!

Κι αυτά τα λουλούδια, με την ξεχωριστή φωνή του Βασίλη Αγροκώστα, δώρο από μένα!

Η συνέχεια εδώ