Μην περιμένεις να χιονίσει για να δεις μιαν άσπρη μέρα!

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

«ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΕΤΟΥΝ, ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΜΕΝΟΥΝ» - ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

“VERBA VOLANT, SCRIPTA MANENT”

«ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΕΤΟΥΝ, ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΜΕΝΟΥΝ»

"Γράφεις. Τι γράφεις;" με ρώτησε πριν είκοσι χρόνια ο άντρας μου, όταν είδε να κρύβω ένα τετράδιο.

«Τίποτα», είπα την πρώτη φορά και το έκρυψα ένοχα κι αλλάζοντας κουβέντα.

Τις επόμενες φορές ήμουνα πιο προσεκτική. Πρόσεχα να μη με πιάσει κανένας να γράφω. Αυτό ήταν το μεγάλο μου μυστικό. Ένιωθα πως έτσι προστάτευα την ψυχή μου, γιατί καταλάβαινα πως εκείνη έγραφε και πως ήταν πολύ ευαίσθητη για να βρεθεί σε κοινή θέα.

Εγώ ήμουνα η δυνατή. Για τους άλλους. Δεν ήθελα να δουν την αλήθεια μου. Φοβόμουνα μην αλλάξει η γνώμη τους για μένα. Ντρεπόμουνα. Ίσως αν έβλεπαν την «Αχίλλειο πτέρνα μου», να μη μ’ αγαπούσαν πια…

Έτσι σκεφτόμουνα τότε. Κι όλο έγραφα. Κι όλο έκρυβα. Ώσπου μια μέρα τα τετράδια έγιναν πολλά, οι ώρες της γραφής ακόμα περισσότερες και το μυστικό μου το έμαθαν όλοι.

«Γράφεις! Τι γράφεις; Πόσα γράφεις; Ποιος θα τα διαβάσει; »

«Δε γράφω για να τα διαβάσουν. Γράφω από δική μου ανάγκη», απαντούσα.

Τότε κατάλαβα πως δεν μ’ ένοιαζε πια η γνώμη των άλλων, είτε με διάβαζαν, είτε όχι. Όσοι μ’ αγαπούσαν πραγματικά, και με διάβαζαν, απλά θ’ αγαπούσαν και την ψυχή μου.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Τώρα γράφω φανερά, όταν προλαβαίνω, μα πάλι, τα φρέσκα… τα κρύβω. Μέχρι να μεστώσουν… Να ξεπεραστούν λίγο, να μην πονάνε, να μην θίξουν, να μην πληγώσουν.

Σήμερα, ενώ έκανα καθαριότητα στα χνάρια, άκουσα μέσα μου μια σκληρή φωνή να με ρωτάει: «Κατερίνα, πότε θα γράψεις; Πνίγεσαι!»

Αυτό ήταν. Τότε άρχισαν διάφορες φωνές να τιμωρούν τ’ αυτιά μου:

«Δε γράφεις πια. Γιατί δεν γράφεις; Κι αν γράψεις, τι θα γράψεις; Και γιατί να γράψεις; Και τόσα χρόνια που έγραφες, τι έγινε; Και γιατί και τώρα θέλεις να γράψεις; Κι αν γράψεις τι έγινε; Κι αν δεν γράψεις πάλι, τι έγινε; Τόσοι γράφουν! Όλοι γράφουν! Τι γράφουν; Πού γράφουν; Γιατί αυτοί γράφουν;»

Κάποια στιγμή νόμιζα πως το κεφάλι μου θα σπάσει. Ζαλίστηκα. Κάθισα σε μια καρέκλα και κοίταξα αν υπήρχε κοντά μου μολύβι και χαρτί.

Δεν υπήρχε. Ούτε και είχα δύναμη να τα ψάξω. Κάποτε τα έψαχνα. Τώρα, δεν είχε νόημα. Δεν προλάβαινα. Σε λίγο έπρεπε να φύγω για το σπίτι. Κι εκεί πάλι, δουλειές με περίμεναν.

Τι κι αν το σπίτι ήταν γεμάτο άδεια τετράδια και μολύβια; Οι φωνές είχαν κρυφτεί ή καλύτερα είχαν πετάξει, σαν τα πουλιά, σαν τα λόγια που δεν γράφτηκαν στην ώρα τους.

Μόνο μια δυνατή φωνή παρέμεινε στ’ αυτιά μου κι επέμενε:

«Ρε Κατερίνα, αφού ζεις μια δύσκολη εποχή και δεν προλαβαίνεις να γράψεις, ρώτα τουλάχιστον τους άλλους. Να δεις. Να μάθεις. Είναι πολλοί αυτοί που γράφουν; Κι αν γράφουν, τι γράφουν; Πεζό ή ποίηση; Και πότε γράφουν; Νύχτα, μέρα, στη δουλειά, στο δρόμο; Πού γράφουν; Στο χαρτί, στον υπολογιστή, στο ίντερνετ, στο σώμα τους; Πότε γράφουν; Όταν είναι χαρούμενοι; Όταν είναι λυπημένοι; Όταν δεν έχουν τι να κάνουν; Και τι γράφουν τέλος πάντων; Εκθέσεις ιδεών, φαντασία, τα προβλήματά τους; Πώς νιώθουν όταν γράφουν; Πώς νιώθουν αφού γράψουν; Τι χάνουν; Τι κερδίζουν; Γιατί γράφουν, τέλος πάντων; Κι όταν πάλι δεν γράφουν, πώς υπάρχουν; Πώς ανασαίνουν;»

Κάπου εκεί ξυπνήσανε και άλλες φωνές:

Δεύτερη φωνή: Άσε. Αυτό θα τους το πεις εσύ, αν εκείνοι δεν το έχουν νιώσει.

Τρίτη φωνή: Σημείο και ώρα συνάντησης έδωσες για να σου λύσουν τις απορίες;

Πρώτη φωνή: Στο στέκι μου, εκεί που είναι η δουλειά μου. Εκεί που προσπαθώ να κάνω και το κέφι μου συνάμα.

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Παραδοσιακό Καφενείο «Τα χνάρια», Κουταρέλια 14Δ, Βόλος.

Τετάρτη 22 Σεπτέμβρη 2010 και ώρα 6:30 μμ.

Όλοι οι γράφοντες έχουν τον λόγο. Άσημοι και διάσημοι.

Τηλέφωνο για προγραμματισμό συμμετοχής 24210-32602 (ώρες καταστημάτων)

Κατερίνα Σταματίου-Δεσπότη, Παπαθεοδώρου